Στις 26 Μαρτίου 2026, η 25χρονη Ισπανίδα Νοέλια Καστίγιο Ράμος υποβλήθηκε σε ευθανασία σε νοσοκομείο κοντά στη Βαρκελώνη. Η νεαρή γυναίκα είχε μείνει παραπληγική μετά από απόπειρα αυτοκτονίας το 2022 και ζούσε με χρόνιο πόνο, διεκδικώντας το δικαίωμα στην ευθανασία έπειτα από μακρά και δύσκολη νομική διαμάχη
Λίγες ημέρες πριν, η υπόθεσή της προβλήθηκε ευρέως στα ΜΜΕ. Οι δημόσιες διαφωνίες ανέδειξαν τα ηθικά και νομικά ζητήματα γύρω από τις αυτόνομες αποφάσεις ασθενών με σοβαρά ψυχικά και σωματικά τραύματα.
Στην Ολλανδία από το 2002 ισχύει νομοθεσία για την ευθανασία. Στο Βέλγιο η ευθανασία είναι νόμιμη από το 2002. Στη Γερμανία το θέμα της ευθανασίας εξακολουθεί να είναι ένα ευαίσθητο θέμα αναλογιζόμενος κάποιος και τις αντίστοιχες ιστορικές διασυνδέσεις. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει εξειδικευμένη μορφή νομοθεσίας για την ευθανασία, άρα το αξιόποινο της πράξης κρίνεται με βάση τους νόμους για ανθρωποκτονία με δόλο και τη συμμετοχή σε αυτοκτονία. Ακόμα και η πραγματοποίηση της πράξης μετά την επίπονη απαίτηση του ασθενούς επισύρει ποινή φυλάκισης.
Μερικά από τα σοβαρά ηθικά διλήμματα που εγείρονται αφορούν το δικαίωμα του ανθρώπου στην αυτοδιάθεση, τον σεβασμό της ανθρώπινης ζωής, το όριο της αξιοπρέπειας, τον ρόλο του γιατρού, τον κίνδυνο κατάχρησης από συγγενείς ή δομές και τη σύγκρουση ηθικών, θρησκευτικών και νομικών αξιών.
Ωστόσο, ίσως το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι αν ένας άνθρωπος έχει το δικαίωμα να επιλέξει τον θάνατο, αλλά τι έχει κάνει η κοινωνία, η πολιτεία και όλοι εμείς, ώστε να μη φτάσει ποτέ να θεωρήσει τον θάνατο ως τη μοναδική διέξοδο από τον πόνο, την εγκατάλειψη ή την απελπισία.
Όταν συζητάμε για την ευθανασία ατόμων με αναπηρία, οφείλουμε πρώτα να κοιτάξουμε κατάματα τις συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να ζήσουν. Είναι άραγε πραγματικά ελεύθερη μια επιλογή όταν προκύπτει μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο εμπόδια, αποκλεισμούς και ανεπάρκειες; Μπορούμε να μιλάμε για αυτοδιάθεση όταν η κοινωνία δεν έχει εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για μια ζωή με αξιοπρέπεια, συμμετοχή και ίσες ευκαιρίες;
Ακόμη και σήμερα, οι υποδομές για τα άτομα με αναπηρία παραμένουν ανεπαρκείς. Η προσβασιμότητα σε δημόσιους χώρους, μέσα μεταφοράς, εκπαιδευτικές δομές και υπηρεσίες υγείας συχνά αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα και όχι ως θεμελιώδες δικαίωμα. Χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωποι με φυσικά και κοινωνικά εμπόδια που περιορίζουν την αυτονομία τους και τους αποκλείουν από την πλήρη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή.
Την ίδια στιγμή, η πολιτεία εξακολουθεί να μην έχει αναπτύξει ένα επαρκές πλέγμα νομοθετικών και κοινωνικών παρεμβάσεων που να εγγυάται ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για τα ΑμεΑ. Στην εκπαίδευση, η συμπερίληψη συχνά παραμένει περισσότερο διακήρυξη παρά πραγματικότητα, με ελλείψεις σε προσωπικό, υποστηρικτικές υπηρεσίες και κατάλληλες υποδομές. Στην εργασία, η ανεργία και ο επαγγελματικός αποκλεισμός εξακολουθούν να πλήττουν δυσανάλογα τους ανθρώπους με αναπηρία, στερώντας τους όχι μόνο οικονομική ανεξαρτησία αλλά και την αίσθηση της κοινωνικής συμμετοχής. Στην υγεία, η πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες, θεραπείες και προγράμματα αποκατάστασης συχνά εξαρτάται από τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας και όχι από την καθολική μέριμνα του κράτους.
Εξίσου προβληματική είναι και η ανεπάρκεια των πολιτικών στήριξης των οικογενειών που φροντίζουν άτομα με αναπηρία ή χρόνια νοσήματα. Πίσω από κάθε άνθρωπο που χρειάζεται υποστήριξη βρίσκεται συνήθως μια οικογένεια που αγωνίζεται καθημερινά, συχνά χωρίς επαρκείς υπηρεσίες ανακούφισης, χωρίς ψυχολογική υποστήριξη και χωρίς την οικονομική ενίσχυση που θα της επέτρεπε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της φροντίδας. Όταν η ευθύνη μεταφέρεται σχεδόν αποκλειστικά στους γονείς ή στους συγγενείς, η κοινωνία ουσιαστικά εγκαταλείπει τους πιο ευάλωτους πολίτες της.
Γι' αυτό και η συζήτηση για την ευθανασία δεν μπορεί να αποκοπεί από τη συζήτηση για την κοινωνική δικαιοσύνη. Πριν αναρωτηθούμε αν κάποιος δικαιούται να πεθάνει, οφείλουμε να αναρωτηθούμε αν του δώσαμε πραγματικά τη δυνατότητα να ζήσει. Αν είχε πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην εργασία, στην υγεία, στην ανεξάρτητη διαβίωση, στις ανθρώπινες σχέσεις και στην κοινωνική συμμετοχή. Αν ένιωσε ότι η ζωή του έχει την ίδια αξία με τη ζωή οποιουδήποτε άλλου πολίτη.
Αν η ισπανική πολιτεία είχε διασφαλίσει την ουσιαστική διερεύνηση και αντιμετώπιση όλων των περιστατικών βίας, κακοποίησης και παραμέλησης που, σύμφωνα με δημόσιες αναφορές, είχε βιώσει η Νοέλια κατά τη διάρκεια της ζωής της, αν είχε εξασφαλίσει επαρκείς μηχανισμούς προστασίας, ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και συνθήκες πραγματικής κοινωνικής ένταξης, ίσως η ζωή να της πρόσφερε περισσότερες δυνατότητες από όσες μπορούσε να διακρίνει τη στιγμή που πήρε την τελική της απόφαση. Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί το δικαίωμα της προσωπικής αυτοδιάθεσης. Μας υποχρεώνει, όμως, να αναρωτηθούμε αν κάναμε όσα έπρεπε ώστε μια γυναίκα με αναπηρία να νιώθει ασφαλής, προστατευμένη και ισότιμο μέλος της κοινωνίας. Γιατί η μεγαλύτερη ηθική ευθύνη μιας πολιτείας δεν είναι να διαχειρίζεται την απόφαση ενός ανθρώπου να πεθάνει, αλλά να έχει δημιουργήσει εκ των προτέρων όλες εκείνες τις συνθήκες που κάνουν τη ζωή άξια να βιωθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου