Το πέρασμα από την ένταξη στη συμπερίληψη αποτέλεσε το τελευταίο στάδιο μίας μακράς διαδρομής με ενδιάμεσους σταθμούς, αλλά και αρκετά υπέρ και κατά. Από τον ιδρυματισμό περάσαμε στον αποϊδρυματισμό, στη συνέχεια στην ένταξη και από την ένταξη στη συμπερίληψη.
Η στρατηγική της ένταξης ή ενσωμάτωσης υιοθετήθηκε από χώρες της δύσης τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, με την ίδρυση και λειτουργία αυτόνομων τμημάτων για παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Τα τμήματα αυτά λειτουργούσαν στο χώρο του συνηθισμένου ή γενικού σχολείου αλλά ακολουθούσαν το δικό τους -ειδικά διαμορφωμένο- αναλυτικό πρόγραμμα. Οι μαθητές αυτοί είχαν την ευκαιρία συμμετοχής σε δραστηριότητες από κοινού με τους -τυπικής ανάπτυξης- συμμαθητές τους κατά τον ελεύθερο χρόνο (για παράδειγμα στα διαλείμματα), με απώτερο σκοπό την ουσιαστική ένταξή τους. Ωστόσο, αυτή η πρακτική είχε περισσότερο τη μορφή της απλής επίσκεψης και οδηγούσε (και οδηγεί) σε στιγματισμό ή και αποκλεισμό αυτών των παιδιών.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 συντελέστηκε σε πολλά μέρη του κόσμου μετάβαση από την ένταξη στη συμπερίληψη, για την οποία έχουν δοθεί πολλοί -και διαφορετικοί μεταξύ τους- ορισμοί. Σε γενικές γραμμές, συνιστά μετεξέλιξη του όρου «ένταξη», δίνοντας έμφαση στην ισότιμη συμμετοχή όλων των παιδιών ανεξαιρέτως σε όλες τις δραστηριότητες, μέσα και έξω από τη σχολική αίθουσα, καθώς και στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων όλων των μαθητών στο μέγιστο βαθμό.
Η ένσταση που συχνά διατυπώνεται σχετικά με αυτή αφορά στο γεγονός πως, ενδεχομένως, οι μαθητές τυπικής ανάπτυξης να «μένουν πίσω» στην ύλη. Όμως, το κλειδί της επιτυχίας της βρίσκεται αφενός στο μετασχηματισμό του σχολείου, ώστε να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες δυνατότητες και ικανότητες όλων των μαθητών, και αφετέρου στην άρτια κατάρτιση του/της εκπαιδευτικού και όλων των εμπλεκομένων μερών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου